Η άρθρωση του ώμου διαθέτει το μεγαλύτερο εύρος κίνησης στο ανθρώπινο σώμα, γιαυτό παρουσιάζει συχνά τραυματισμούς και πόνο. Οι περισσότερες από τις παθήσεις του ώμου είναι τραυματικής αιτιολογίας.

Σύνδρομο υπακρωμιακής προστριβής

Με κύριο σύμπτωμα τον πόνο – ιδίως τη νύχτα – το σύνδρομο υπακρωμιακής προστριβής συνήθως είναι συνέπεια της υπερβολικής χρήσης σε κινήσεις άνωθεν της κεφαλής. Οι κινήσεις έσω και έξω στροφής του ώμου, αλλά και η καθήλωση της κεφαλής του βραχιονίου στην ωμογλήνη γίνονται με τη βοήθεια του λεγόμενου στροφικού μυοτενοντίου πετάλου του ώμου. Όταν κατά τη διάρκεια της κίνησης των οστών ο υπακρωμιακός χώρος ελαττώνεται, παρατηρείται προστριβή του πετάλου.

Το σύνδρομο υπακρωμιακής προστριβής έχει τρία στάδια.Το πρώτο είναι αυτό του οιδήματος και της οξείας τενοντίτιδας και συνήθως παρατηρείται σε άτομα κάτω των 25 χρόνων. Η κατάσταση είναι αναστρέψιμη σε αυτό το στάδιο και αντιμετωπίζεται συντηρητικά. Το δεύτερο στάδιο είναι αυτό της ίνωσης και της χρόνιας τενοντίτιδας και εμφανίζεται σε άτομα ηλικία από 25 έως 40 χρόνων. Η θεραπεία γίνεται με αρθροσκοπική αφαίρεση του ορογόνου θυλάκου και με ακρωμιοπλαστική. Το τρίτο στάδιο αφορά σε άτομα άνω των 40 χρόνων και είναι αυτό των οστικών προεξοχών και της ρήξης του τένοντα. Πρόκειται για μία κατάσταση που προοδευτικά επιδεινώνεται. Ο απεικονιστικός έλεγχος περιλαμβάνει ακτινογραφία και μαγνητική τομογραφία. Η θεραπεία της συνίσταται σε αρθροσκοπική ακρωμιοπλαστική και συρραφή του τένοντα.

 

Ρήξη του μυοτενοντίου πετάλου του ώμου

Αυτό συμβαίνει τις περισσότερες φορές λόγω της χρόνιας υπακρωμιακής προστριβής, που βαθμιαία οδηγεί σε εκφύλιση του τένονται και, τελικά, σε ρήξη. Η ρήξη συνήθως είναι μερική, αλλά μπορεί να είναι και ολική. Ο ασθενής πονά και δεν μπορεί να κάνει την έξω στροφή του ώμου. Ο απεικονιστικός έλεγχος περιλαμβάνει ακτινογραφία, μαγνητική τομογραφία, αρθρογραφία και υπέρηχο. Ο ορθοπαιδικός χειρουργός συστήνει αποφυγή φόρτισης, αντιφλεγμονώδη φάρμακα και φυσικοθεραπεία, όταν πρόκειται για μικρές ρήξεις, αλλά και χειρουργείο με αρθροσκόπηση του ώμου, καθαρισμό του ορογόνου θυλάκου, ακρωμιοπλαστική και συρραφή της ρήξης.

Ασβεστοποιός τενοντίτιδα του ώμου

Είναι πολύ συχνή και αφορά στην εναπόθεση κρυστάλλων ασβεστίου μέσα στη μάζα του τένοντα και προκαλεί έντονους πόνους. με το πέρασμα του χρόνου οι κρύσταλλοι ασβεστίου αποροφώνται και ο τένοντας επουλώνεται πλήρως. Η συγκεκριμένη πάθηση σχετίζεται με τον σακχαρώδη διαβήτη και με διαταραχές του θυρεοειδούς. Εμφανίζεται συχνότερα στις γυναίκες που διανύουν την πέπμπτη δεκαετία της ζωής τους. Ο απεικονιστικός έλεγχος περιλαμβάνει ακτινογραφία. Η μαγνητική τομογραφία αποτυπώνει την ακεραιότητα του τένοντα. Η αντιμετώπιση είναι συντηρητική με αντιφλεγμονώδη, φυσικοθεραπεία και παρακέντηση. Αν, όμως, ο πόνος διαρκεί πάνω από έναν χρόνο, η ακτινολογική εικόνα παραμένει σταθερή. η συντηρητική θεραπεία δεν αποδίδει τα αναμενόμενα και παρατηρείται δυσχέρεια στην κίνηση, τότε ο ορθοπαιδικός χειρουργός συστήνει χειρουργική – αρθροσκοπική θεραπεία.

Βλάβες της μακράς κεφαλής του δικέφαλου βραχιονίου μυός

Εδώ παρατηρούνται δύο, κυρίως, βλάβες. Τενοντίτιδα και ρήξη. Στην τενοντίτιδα ο ασθενής πονά όταν σηκώνει το χέρι του. Αρχικά ο γιατρός συστήνει αντιφλεγμονώδη, παγοθεραπεία και φυσικοθεραπεία. Αν αυτά δεν βοηθήσουν, τότε προχωρά σε χειρουργική – αρθροσκοπική αντιμετώπιση. Η ρήξη της μακράς κεφαλής συνοδεύει συχνά ρήξεις του μυοτενοντίου πετάλου. Ο ασθενής νιώθει ένα αιφνίδιο τράβηγμα στον ώμο και παράλληλα πονάει. Σε νέους ηλικιακά πάσχοντες γίνεται συρραφή στη δικεφαλική αύλακα.

Παγωμένος ώμος

Λέγεται και συμφυτική θυλακίτιδα. Ξεκινά με πόνο, ιδίως τις νυχτερινές ώρες, και εξελίσσεται σε δυσκαμψία. Παρατηρείται συνήθως σε γυναίκες ηλικίας από 40 έως 60 χρόνων. Αν και οι αιτίες δεν είναι γνωστές, η πάθηση σχετίζεται με σακχαρώδη διαβήτη, υπερλιπιδαιμία, υπερθυρεοειδισμό και καρδιακή νόσο. Έχει τρία στάδια, που μπορεί να κρατήσουν δύο χρόνια. Στο πρώτο εμφανίζεται πόνος, που σταδιακά μεγαλώνει. Στο δεύτερο ο πόνος υποχωρεί αισθητά, αλλά αρχίζει η δυσκαμψία και στο τρίτο στάδιο η νόσος υποχωρεί. Στο πρώτο στάδιο η αντιμετώπιση είναι συντηρητική και στο δεύτερο συνιστάται αρθροσκοπική λύση των συμφύσεων και κινητοποίηση του ώμου υπό αναισθησία.

Βλάβες του άνω επιχείλιου χόνδρου της ωμογλήνης

Αναγνωρίστηκαν σχετικά πρόσφατα, μόλις το 1990, χάρη στην εξέλιξη της αρθροσκόπησης του ώμου . Αναφέρονται δύο μηχανισμοί κάκωσης. Ο πρώτος συνίσταται σε μετατόπιση της κεφαλής του βραχιονίου προς τα πάνω, πίεση και, τελικά, αποκόλληση του επιχείλιου χόνδρου. Ο δεύτερος συνίσταται σε προς τα κάτω έλξη του βραχιονίου, αποκόλληση της μακράς κεφαλής του δικεφάλου από την έκφυση και μαζί και του άνω επιχείλιου χόνδρου. Ο ασθενής παραπονιέται για αστάθεια στην άρθρωση. Η διάγνωση επιβεβαιώνεται με αρθροσκόπηση και η μόνη θεραπεία είναι η αρθροσκοπική επανακαθήλωση και συρραφή.
Οστεοαρθρίτιδα του ώμου
Συνήθως είναι μετατραυματική μετά από κατάγματα και ο ασθενής έχει έντονο πόνο και δυσκαμψία, που εντείνονται σταδιακά. Η ακτινογραφία φανερώνει τα ευρήματα της οστεοαρθρίτιδας και στα αρχικά στάδια ο ορθοπαιδικός χειρουργός συστήνει αντιφλεγμονώδη και παγοθεραπεία. Σε προχωρημένα στάδια ενδείκνυται αρθροπλαστική.

Αρθροπάθεια μετά από ρήξη του μυοτενοντίου πετάλου του ώμου

Αυτή η πάθηση αφορά αρθρίτιδα μετά από παραμελημένες, εκτεταμένες ρήξεις του μυοτενοντίου πετάλου. Η αστάθεια του ώμου προκαλεί εκφύλιση και φθορά του χόνδρου και, κατ’ επέκταση, αρθρίτιδα. Το πρόβλημα εξελίσσεται γρήγορα και πιο συχνά απαντάται στους ηλικιωμένους. Ο ορθοπαιδικός χειρουργός προτείνει ανάστροφη αρθροπλαστική του ώμου.

Αστάθεια του ώμου

Η αστάθεια του ώμου είναι η εύκολη έξοδος της βραχιονίου κεφαλής από την ωμογλήνη, κάτι που, με τη σειρά του, οδηγεί σε απώλεια της ικανότητας διατήρησης του κέντρου περιστροφής. Η αστάθεια μπορεί να είναι πρόσθια, οπίσθια ή πολλαπλών κατευθύνσεων.

Κακώσεις του ώμου

Στις κακώσεις του ώμου συμπεριλαμβάνονται τα κατάγματα κλείδας, που αποτελούν το πιο συχνό κάταγμα στα παιδιά και περίπου το 44% των κακώσεων του ώμου. Επιπλέον τα εξαρθρήματα της ακρωμιοκλειδικής άρθρωσης, τα κατάγματα ωμοπλάτης, τα οποία, ωστόσο, είναι μάλλον σπάνια, τα εξαρθρήματα ώμου, τα κατάγματα του λανω άκρου του βραχιονίου, καθώς και οι κακώσεις του βραχιονίου πλέγματος.

Οι παραπάνω παθήσεις αντιμετωπίζονται αρθροσκοπικά.

Τι είναι η αρθροσκόπηση

Πρόκειται για μια ελάχιστα επεμβατική χειρουργική μέθοδο, η οποία επιτρέπει στον εξειδικευμένο χειρουργό να επισκοπεί και να διορθώνει διάφορες ενδαρθρικές βλάβες.
Το αρθροσκόπιο είναι θεμελιώδες εργαλείο. Εισάγεται δια μέσου μικρών οπών στις αρθρώσεις, οι οποίες επισκοπούνται και ακολούθως δημιουργείται άλλη «πόρτα», δηλαδή άλλη μικρή οπή, δια της οποίας εισάγονται τα ειδικά εργαλεία, με τα οποία θα διορθώσουμε τις ενδαρθρικές βλάβες. Αξίζει να αναφερθεί ότι ο χειρουργός βλέπει καλύτερα το εσωτερικό της άρθρωσης με την αρθροσκόπηση, παρά με αρθροτομή, δηλαδή με ανοιχτή επέμβαση .
Τα πλεονεκτήματα της μεθόδου είναι:

•Μικρός τραυματισμός
•Μικρός η καθόλου πόνος
•Μικρή παραμονή στο νοσοκομείο
•Γρηγόρη επάνοδο στις προηγούμενες δραστηριότητες

Επιπλοκές: Λίγες, αναστρέψιμες και αντιμετωπίσιμες